6.Α . ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ  ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ ΤΟΥ ΝΩΝΤΑ
(Από το βιβλίο του παπατζαννέτου <,Οι Βουτιάνοι της Σπάρτης)... Εκτός από τα θρυλικά κυπαρίσσια της Αλεξάνδρας υπάρχει και ένα νεώτερο κυπαρίσσι στο όριο των Βουτιάνων στα <<Μεσαία Κουδούνια >> .Το κυπαρίσσι αυτό βρίσκεται περίπου στο 54 χιλιόμετρο του δρόμου Τρίπολης –Σπάρτης δέκα μέτρα πιο κάτω από τον αμαξιτό δρόμο. Παρ όλη την μικρή του ηλικία αυξάνει καταπληκτικά και ανάλογα με το σιγανό αέρα μοιάζει σαν να σιγοκαίει ή να οδύρεται από τον καύμό του γιατί εκεί που είναι σήμερα οι ρίζες του , έχυσε το αίμα του ένα βλαστάρι ,ένα αγγελούδι των Βουτιάνων , ο Νώντας .Στο μέρος αυτό στις 10 Αυγούστου του 1944 γυρίζοντας από το χωράφι του που είχε πάει να βοσκήσει τα μουλάρια του σπιτιού του πέφτει επάνω στο κατοχικό στρατό και γαζώνεται από ένα πολυβόλο από τα πόδια ως το κεφάλι και σφαδάζοντας κατρακυλιέται στα τρόχαλα και κουβαριασμένος σωριάζεται κάτω από τα βάτα.
Και ενώ το λεβεντόπαιδο σκοτώθηκε ,οι γονείς του ανησύχησαν για την απουσία του .Η μάννα του πριν ξημερώσει έτρεξε για να τον αναζητήσει μα δεν της επέτρεψαν να βγεί από το χωριό .Ξαναδευτερώνει το ίδιο .Ο δημόσιος δρόμος απαγορεύεται ,είναι κίνδυνος .Παίρνει την ρεματιά και φτάνει στου Τσούνι (Κοκκινόραχη ) ,μα τίποτα .Πηδάει βιαστικά στου Κλαδά ρωτώντας για τον Νώντα της … Τραβάει για τον Καραβά περνώντας τον Ευρώτα και πάλι ξαναδιαβαίνοντας φτάνει σκούζοντας στα Κουρκούλια .Φωνάζει με όλα της τα πνευμόνια και καλώντας με το όνομα του το σπλάχνο της <<Νώντα ..Νώντα …>> πού είσαι παιδάκι μου .Και μες στην σιωπή αντιβουίζουν οι πλαγιές και ρεματιές με τις φωνές και τα δαρσίματα της πονεμένης μάνας .Ψάχνει στα κλαριά δεξιά –αριστερά και αργά το βράδυ γυρίζει σταυροχεριασμένη στο σπίτι της ,ενώ εν τώ μεταξύ οι άλλοι συγγενείς γυρίζουν στα γειτονικά χωριά και ρωτάνε μήπως φανερώθηκε πουθενά .Ρωτάνε στη Σπάρτη , κάνουν σήμα στη Τρίπολη αλλά από παντού αρνητικές απαντήσεις .Κάθε ελπίδα λιγοστεύει .Βάζουν στο νού τους ότι πάει χάθηκε αλλά και πάλι δεν απαγοητεύονται .Δέν θέλουν να το πιστεύσουν .Ελπίζουν ότι κάπου βρίσκεται στη ζωή και θα παρουσιαστεί .Άλληλοπαρηγοριούνται.
Ξημερώνει η άλλη μέρα .Η κίνηση του δρόμου προς την Σπάρτη ελεύθερη .Πολλοί περνούν δίπλα από τον σκοτωμένο καθώς και αυτή η μητέρα του που πηγαίνει πάλι στου Τσούνι .Όλες οι έρευνες πήγαν πάλι άκαρπες .Μετά το μεσημέρι σχεδόν ,απελπισμένη γυρίζει δρόμο –δρόμο προς τους Βουτιάνους με συντροφιά την κουνιάδα της ,μούσκεμα από τον ιδρώτα γιατι κάμνει μεγάλη ζέστη .Τό χώμα δεν πατιέται .Όλος ο τόπος πυρπυρίζει .Σιωπηλές προχωρούν οι δυό γυναίκες .Άμα όμως έφτασαν κοντά στον σκοτωμένο εμούδιασαν ,τους πήρε κάποια άσχημη μυρωδιά .Τις έζωσαν τα φίδια .Αλληλοκοιτάζονται .Γυρίζουν γύρω –γύρω αλλά επειδή ήταν ζαλισμένες δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν την εστία από την οποία προερχόταν η δυσοσμία .Τρέχοντας φθάσαν στο σπίτι και ξαναγυρίζουν στο ίδιο μέρος ακολουθούμενες από τον πατέρα και την αδελφή του Νώντα .Δέν χρειάστηκε πολύ ώρα και βρίσκουν τον νεκρό τελείως παραμορφωμένο .Γονείς και αδελφοί πίνουν το πρώτο φαρμάκι .Αμέσως διαδόθηκε στο χωριό ότι βρέθηκε .Εδίπλωσαν το πτώμα του σε μια κουβέρτα ,το έδεσαν σε μικρή εληόσκαλα και το μετέφεραν στο νεκροταφείο του χωριού όπου βιαστικά εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία μέσα σε μοιρολόγια και ξεφωνητά .
Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου οι γονείς του ψύτεψαν στο μέρος που ποτίστηκε από το αίμα του παιδιού τους το σημερινό σωζόμενο κυπαρίσσι για να θυμίζει και στους ζώντες και στις επόμενες γενεές και να μνημονεύεται ότι εκεί έπεσε ένα βλαστάρι των Βουτιάνων Αυτό είναι λοιπόν <<το κυπαρίσσι του Νώντα >>.