Η περιοχή βορειοανατολικά της Λακεδαίμονος από τον 9ο αι. έως τον  11ο – 12ο αι., με βάση τις υπάρχουσες πηγές.


Χάρτης 1.  Tα τοπωνύμια της περιοχής Βουτιάνων-Θεολόγου
Τα διαθέσιμα έως τώρα στοιχεία σχετικά με την εικόνα της λακωνικής υπαίθρου και δη της περιοχής βορειοανατολικά της Λακεδαίμονος κατά τη βυζαντινή εποχή, είναι ομολογουμένως λιγοστά.
Οι γνώσεις μας εμπλουτίστηκαν χάρη στα πορίσματα μιας εντατικής επιφανειακής έρευνας, γνωστής ως Lakonia Survey (στο εξής LS), η οποία διεξήχθη στις αρχές της δεκαετίας του 1980(1) Η έρευνα της LS, αν και ανολοκλήρωτη και με ελλιπείς αναφορές, φώτισε σημαντικές πτυχές της οικιστικής . πληθυσμιακής και οικονομικής κατάστασης της υπό εξέταση περιοχής 

Παρακάτω, σε τρείς ενότητες παρουσιάζονται οι κατοικημένες περιοχές και οι καλλιεργούμενες εκτάσεις βορειοανατολικά της Λακεδαίμονος, όπως καταγράφηκαν από την LS. Οι θέσεις ανήκουν στον βόρειο τομέα έρευνας της L.S., ο οποίος περιλαμβάνει τις περιοχές Βουτιάνων και Θεολόγου (ζώνες B,F,E,K,G,Η,D) (Πίνακας1), και χρονολογούνται από τον 9ο αιώνα μ. Χ. έως και τον 11ο-12ο αιώνα (περίοδος δυναστείας των Κομνηνών και των Αγγέλων).
Η ενδελεχής εξέταση των ερευνητικών πορισμάτων σε συνδυασμό με την προσεκτική μελέτη των διαθέσιμων έως τώρα πηγών οδήγησαν στον εντοπισμό μιας σειράς παραλείψεων εκ μέρους της L.S., αναδεικνύοντας ταυτόχρονα ορισμένα επιπλέον στοιχεία που αφορούν στην υπό εξέταση περιοχή και τις θέσεις που αυτή περιλαμβάνει.
Πίνακας 1: Κατοικημένοι χώροι και καλλιεργούμενες περιοχές στον βόρειο τομέα έρευνας της LS
Θέσεις του βόρειου τομέα της LS.
9οςαι-αρχές 11ου αι. (ΜΒ Ι)
11ος αιώνας(ΜΒ ΙΙ)
Δυναστεία Κομνηνών & Αγγέλων(11ος-12οςαιων.ΜΒ ΙΙΙ)
ΖΩΝΗ Β (περιοχή Πετράλωνα Βουτιάνων-Βουρλιώτικα αμπέλια )

1 αγροικία(B300)
2 αγροικίες (Β300,Β106),1 εκκλησάκι(Β124
ΖΩΝΗ D(περιοχή Σκούρα, πιο πάνω από το γεφύρι του Κόπανου)


2 αγροικίες(D97,D306),1 αγροικία με 1 γεωργική εκμετάλλευση (D368),ίσως 1 εκκλησία(D3026)
ΖΩΝΗ E (περιοχή Λυκόβουνο Βουτιάνων)


1 χωριό-με επιφύλαξη(Ε77),1 αγροικία με 1 γεωργική εκμετάλλευση(Ε55),1 γεωργική εκμετάλλευση(Ε75),1 εκκλησία (Ε53;)

ΖΩΝΗ H  (περιοχή Γελαδάρη-Κούρτη Βουτιάνων)

1 χωριό(Η40) και 1 αγροικία(Η33)
1 χωριουδάκι(H51)με 1 εκκλησία,2 αγροικίες(H33,H11) 5 γεωργικές εκμεταλλεύσεις(Η40,Η29,Η21,Η20,Η34)
ΖΩΝΗ F (περιοχή Σούλι, Δίρεμα,Λαγκάδα Βουτιάνων)

1 αγροικία(F146)
2 αγροικίες(F146,F139)
ΖΩΝΗ Κ (περιοχή Χτόριζας,Θεολόγου)
1 χωριό(Κ247)
1 χωριό(K247) και 1 χωριουδάκι(Κ245),1 αγροικία(G254)
1 μεγάλο χωριό με 1 εκκλησία(K247),1 χωριουδάκι(K224), 2 αγροικίες (K250,K403),2 αγροικίες με 2 γεωργικές εκμεταλλεύσεις(K257,K253),1 μύλος(Κ204), 2 περιουσίες(Κ237,Κ258)
ΖΩΝΗ G(Περιοχή Χτόριζας-Αχραγιά)


2  αγροικίες(G162,G254), 1 μύλος G522),  1 μοναστήρι- με επιφύλαξη (G182)
ΣΥΝΟΛΟ ΘΕΣΕΩΝ:
1 θέση
7 θέσεις
30 θέσεις χωρίς τις εκκλησίες
Πηγή : LS I σελ.354,359,362 και LS II σελ.575-577(2)

1.Η περίοδος από τον 9ο  έως τις αρχές του 11ου αι.
Η μοναδική και πλέον σημαντική θέση(3)  του βόρειου τομέα έρευνας της LS αυτή την περίοδο φέρει το όνομα Κτητόρισσα (Χτόριζα στη δημοτική) και χαρακτηρίζεται από την έρευνα, ως ένα χωριό,(4)ενώ η αρχική χρήση της τοποθεσίας παραμένει ασαφής(5)  Η εν λόγω θέση εντοπίστηκε στο Δ.Δ. του Θεολόγου, πάνω από το σημείο όπου το ρέμα του ποταμού Σωφρόνη συμβάλλει με το ποτάμι της Κελεφίνας.
Ο παράγοντας που συνέβαλε καθοριστικά στην επιλογή της υπό εξέταση θέσης είναι η ύπαρξη πλησίον αυτής, της Κελεφίνας, ποταμού του οποίου το νερό τροφοδοτεί την περιοχή, καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Μεγάλο ρόλο έπαιξαν επίσης, η ελαφρά κλίση της τοποθεσίας με μέτωπο προς το νότο, καθώς και το σχιστολιθικό έδαφος που ευνοεί την καλλιέργεια δημητριακών, ελαιόδεντρων, αλλά και οπωροφόρων δένδρων.
Σύμφωνα με τις μεταγενέστερες ενδείξεις, οι κάτοικοι της Κτητόρισσας, ήδη από την βυζαντινή εποχή, ασχολούνταν με την καλλιέργεια των βελανιδιών τύπου Velonia (οι καρποί των οποίων αποτελούν συστατικό στοιχείο της τροφής των χοίρων αλλά και των βαφών που χρησιμοποιούνται στη βυρσοδεψία-επεξεργασία δερμάτων), αλλά και με την εκμετάλλευση του εντόμου Kermococus vermilio(6) (έντομο που μαστίζει τις βελανιδιές της νοτιότερης Ευρώπης και όταν συνθλίβεται, βγάζει μια έντονη κόκκινη βαφή). Επιπλέον, οι κάτοικοι καλλιεργούσαν μουριές, δραστηριότητα που επιβεβαιώνεται και από τον μεγάλο αριθμό αυτού του είδους δέντρων, τα οποία φύονται διάσπαρτα στα πέριξ του χωριού, μέχρι και σήμερα. Τέλος, μια εκ των ενασχολήσεων των ανθρώπων της περιοχής θα πρέπει να ήταν και η παραγωγή μεταξιού.
Γύρω από τη Λακεδαίμονα, εντοπίστηκαν πέραν της Κτητόρισσας, δύο ακόμα θέσεις, χρονολογούμενες στην υπό εξέταση περίοδο: τα Χρύσαφα, οικισμός τον οποίο η L.S. χαρακτήρισε ως κωμόπολη, καθώς και ένα αταύτιστο χωριό, στην τοποθεσία Σωτήρα, μεταξύ Αγ. Σαράντα και Χρύσαφας.(7)
Οι παραπάνω τρεις θέσεις (Κτητόρισσα, Χρύσαφα και αταύτιστο χωριό στην Σωτήρα) αποτέλεσαν αργότερα σημαντικούς μεσαιωνικούς οικισμούς. Τα Χρύσαφα μάλιστα εξελίχθηκαν σε αυτόνομο κέντρο(8), γύρω από το οποίο αναπτύχθηκαν χωριουδάκια, αγροικίες, αλλά και μια σειρά από γεωργικές εκμεταλλεύσεις.
2.Η περίοδος του 11ου αιώνα (προ Κομνηνών)
Η L.S. ανέδειξε επτά θέσεις στον βόρειο τομέα έρευνας, χρονολογούμενες την περίοδο του 11ου αι. (προ Κομνηνών): δύο χωριά(9), ένα χωριουδάκι και τέσσερις αγροικίες.
Αναλυτικότερα, το ένα από τα δύο καταγεγραμμένα χωριά είναι αυτό της Κτητόρισσας, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί και αυτήν την εποχή, έναν από τους σημαντικότερους οικισμούς της περιοχής.
Λίγο πιο πάνω από τη Κτητόρισσα, εντοπίστηκε το χωριουδάκι του Θεολόγου(10) . Η εν λόγω θέση αναπτυσσόταν  περίπου ένα χιλιόμετρο πιο κάτω από το σημερινό χωριό με το ίδιο όνομα. Ακόμη, σε μια παραποτάμια διαδρομή που ακολουθεί την Κελεφίνα, κοντά στην διασταύρωση προς τη Χτόριζα, βρέθηκε από τους ερευνητές της LS,  μία από τις τέσσερις αγροικίες της περιόδου(11).
Στην περιοχή Γελαδάρη-Κούρτη Βουτιάνων (η οποία σημειωτέον έχει  να επιδείξει σημαντικές θέσεις και σε άλλες χρονικές περιόδους πέραν της εξεταζόμενης), βρέθηκε άλλο ένα χωριό.(12) Παράλληλα, μία ακόμη αγροικία εντοπίστηκε νοτιότερα της περιοχής Γελαδάρη(13), σε μια διαδρομή βορειοδυτικά της Λακεδαίμονος,.

Η τρίτη αγροικία της περιοχής, η οποία χρονολογείται αυτή την περίοδο, καταγράφηκε λίγα χιλιόμετρα βόρεια των Βουτιάνων, και συγκεκριμένα στα Πετράλωνα Βουτιάνων(14). Η εν λόγω αγροικία ήταν ανεπτυγμένη μεταξύ δύο βαθιών ρεμάτων, κάτω από την κεντρική οδική αρτηρία που ενώνει τη Σπάρτη με την Τρίπολη. Ογδόντα μέτρα νοτίως της αγροικίας, διακρίνονται τα κατάλοιπα μιας λότζας(15).
Εικόνα 1 Σούλι και Αγραπιδιά Βουτιάνων
Η τελευταία μεγάλων διαστάσεων αγροικία της περιοχής των Βουτιάνων εντοπίστηκε στην τοποθεσία Αγραπιδιά (Εικόνα 1)(16) , λίγο πιο κάτω από τον οικισμό Σούλι Βουτιάνων, σε μια δευτερεύουσα διακλάδωση του δρόμου που οδηγεί προς την αγροικία των Πετραλώνων. Η  θέση αυτή χαρακτηρίστηκε λανθασμένα από την έρευνα της LS ως αγρίδιον(17) και ταυτίστηκε με τη θέση Μιτάτοβα (Αγραπιδούλα).
Με βάση τα παραπάνω στοιχεία παρατηρούμε πως την περίοδο του 11ου αιώνα (προ Κομνηνών), ελάχιστες από τις αγροικίες της περιοχής ήταν απομονωμένες, καθώς οι περισσότερες εξ αυτών αναπτύσσονταν πλησίον δρόμων.
Η LS σημειώνει την ύπαρξη ενός εκτενούς οδικού δικτύου(18) στα βορειοανατολικά της Λακεδαίμονος, το οποίο χρονολογείται ήδη από τη βυζαντινή εποχή και κατασκευάστηκε με σκοπό τη διευκόλυνση των μετακινήσεων στα χωριά, τα χωριουδάκια και τις αγροικίες γύρω από αυτά. Σύμφωνα με την έρευνα, δύο δρόμοι ξεκινούσαν από τη Λακεδαίμονα και αργότερα από τον Μυστρά, με κατεύθυνση προς τα βορειοανατολικά. O πρώτος ακολουθούσε περίπου τον δρόμο της αρχαιότητας και ανέβαινε την πλαγιά του ρέματος του Μπραστού. Ο δεύτερος ξεκινούσε από την περιοχή Γελαδάρη Βουτιάνων και στη συνέχεια σχημάτιζε μια διχάλα, της οποίας ο ένας κλάδος ανέβαινε τη περιοχή Κουρκούλια Βουτιάνων και ο άλλος, ακολουθώντας μια κυκλική διαδρομή, περνούσε από την περιοχή Aγραπιδιά-Σούλι Βουτιάνων. Οι δύο αυτοί κλάδοι ενώνονταν στα Πετράλωνα Βουτιάνων. Ένας τρίτος δρόμος ξεκινούσε από την περιοχή του σημερινού Κλαδά και κοντά στην θέση Κούτσουρη, σχημάτιζε μια διχάλα, απ’ όπου ο ένας κλάδος μέσω μιας κυκλικής διαδρομής, περνούσε από το Δίρεμα Βουτιάνων και κατέληγε στα Πετράλωνα. Ο έτερος κλάδος συνέχιζε, διασχίζοντας το χωριουδάκι του Θεολόγου. Τέλος, ένας τέταρτος δρόμος είχε ως αφετηρία του τη θέση του Μώρου (μεταξύ Κοκκινόραχης και Αφυσσού) και συνέχιζε, ακολουθώντας την παραποτάμια διαδρομή της Κελεφίνας (Χάρτης 1).
Στην υπό εξέταση περίοδο και συγκεκριμένα το 1027, τοποθετείται η ανακατασκευή, σε κοντινή απόσταση από τη σημερινή γέφυρα του Ευρώτα, της λεγόμενης γέφυρας του Νικόδημου(19), με σκοπό τη διευκόλυνση των μετακινήσεων προς τις περιοχές του Πάρνωνα. Η εν λόγω γέφυρα συνέβαλε εκτός των άλλων  και στην εντατικοποίηση των καλλιεργειών βορειοανατολικά της Λακεδαίμονος.
3.Περίοδος των Κομνηνών-Αγγέλων(11ος-12οςαι.)
Κατά τον 11ο και 12ο αιώνα, δηλαδή την περίοδο δυναστείας των Κομνηνών και των Αγγέλων, η αγροτική οικονομία της Λακωνικής παρουσίασε ιδιαίτερη άνθηση. Οι καλλιέργειες εντατικοποιήθηκαν, και οι κάτοικοι με υποκίνηση των Ιταλών εμπόρων που δρούσαν την εποχή εκείνη στον ελληνικό χώρο, προσανατολίστηκαν στην παραγωγή και ακολούθως στην εμπορία ελαιόλαδου(20), το οποίο αποτέλεσε το κύριο εξαγώγιμο προϊόν της περιοχής(21).
Κέντρο ολόκληρης της Λακωνικής, κατέστη η Λακεδαίμων, ακμαίο και δη πολυπολιτισμικό αστικό κέντρο, με μεγάλη βιοτεχνική δραστηριότητα, στο οποίο παράλληλα δρούσαν ισχυρές οικογένειες γαιοκτημόνων(22) αλλά και Βενετοί έμποροι που στο μεταξύ είχαν εδραιώσει την παρουσία τους στην πόλη, διαθέτοντας τις δικές τους εκκλησίες και σημαντική ακίνητη περιουσία(23).
Η οικονομική άνθηση της περιοχής συνοδεύτηκε από την ανάλογη οικιστική ανάπτυξη. Πράγματι, παρά την έλλειψη γενικών ποσοτικών δημογραφικών δεδομένων, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις επέκτασης των παλαιότερων οικισμών αλλά και δημιουργίας νέων.
Πιο αναλυτικά, καταγράφηκαν τριάντα θέσεις (χωρίς τις εκκλησίες), έναντι επτά της προηγούμενης περιόδου: 1 μεγάλο χωριό,1 ακόμη χωριό (με επιφύλαξη), 2 μικρότερα χωριουδάκια, 2 περιουσίες, 16 αγροικίες, οι τέσσερις εκ των οποίων φέρουν και γεωργικές εκμεταλλεύσεις, 2 μύλοι και 6 επιπλέον γεωργικές εκμεταλλεύσεις
Η θέση που σύμφωνα με την έρευνα αντιστοιχεί σε ένα μεγάλο χωριό, δεν είναι άλλη από την Κτητόρισσα, η οποία αποτελούσε πλέον έναν μεγάλο σε έκταση και ακμαίο οικισμό, διαθέτοντας μάλιστα την εποχή εκείνη και τη δική της εκκλησία(24). Στην περιοχή γύρω από την Κτητόρισσα, εντοπίστηκαν ακόμη: α) δύο περιουσίες β) δύο αγροικίες με δύο γεωργικές εκμεταλλεύσεις γ) τρείς επιπλέον αγροικίες, και δ) δύο μύλοι(25).
Το χωριουδάκι του Θεολόγου πιθανότατα εξακολουθεί να υφίσταται και σε αυτήν την περίοδο, αν και παραλείπεται η οποιαδήποτε αναφορά της έρευνας σε αυτό. Πλησίον του χωριού, και συγκεκριμένα στην τοποθεσία «περί τους Καψαλούς», υπήρχε μοναστήρι επ’ ονόματι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, χτισμένο μάλλον την εποχή προ Κομνηνών, από το οποίο πήρε και το όνομά της όλη η ευρύτερη περιοχή. Σύμφωνα με σιγίλιο που απολύθηκε το 1366(26), η εν λόγω μονή κατά τον 11ο και 12ο αιώνα, ήταν αυτόνομη και διατηρούσε σημαντική κτηματική περιουσία, ως αποτέλεσμα μιας σειράς προνομίων που επικυρώθηκαν σε αυτήν, μέσω χρυσόβουλλων, αλλά και επίσημων πατριαρχικών εγγράφων-σιγιλίων. Με βάση στοιχεία που προκύπτουν από το προαναφερθέν σιγίλιο, το μοναστήρι παρήκμασε την περίοδο της Φραγκοκρατίας στην Πελοπόννησο, όταν << η ιταλική διοίκηση >> της περιοχής αφαίρεσε τα περισσότερα κτήματά του και το κατέστησε μια μονή ήσσονος σημασίας, η οποία αργότερα έγινε μετόχι της μονής  Βροντοχίου.
Στην περιοχή του Θεολόγου, η L.S. κατέγραψε τρεις ακόμα θέσεις που χρονολογούνται αυτή την περίοδο. Πρόκειται για μία αγροικία στην τοποθεσία Αχραγιά Θεολόγου, και για μία ακόμη θέση πλησίον της αγροικίας που πιθανολογείται ότι αποτελούσε τμήμα μιας ευρύτερης εγκατάστασης(27), η οποία αντιστοιχούσε σε ένα μοναστικό συγκρότημα ΜΒ περιόδου(28). Ακόμη πιο νότια από τη θέση Αχραγιά εντοπίζεται και μια ακόμη αγροικία.

Εικόνα 2: Η περιοχή Γελαδάρη-Κούρτη Βουτιάνων
Στην περιοχή Γελαδάρη,(Εικόνα 2) βρέθηκαν τέσσερις γεωργικές εκμεταλλεύσεις(29).Η αγροικία που κατά την προηγούμενη περίοδο είχε εντοπιστεί νοτίως της ίδιας περιοχής φαίνεται πως συνεχίζει να υπάρχει και σε αυτήν την εποχή, ενώ δίπλα της αναπτύχθηκαν μία ακόμη γεωργική εκμετάλλευση, καθώς και μια νέα αγροικία. Επίσης, στη θέση Κούρτη της περιοχής Γελαδάρη, ο Jochmus εντόπισε έναν οικισμό(30), ο οποίος μάλλον αντιστοιχούσε σε χωριουδάκι που άκμασε κατά τη βυζαντινή αλλά και την οθωμανική περίοδο.
Πιο πάνω από τη τοποθεσία Γελαδάρη Βουτιάνων, στην περιοχή Σκούρα(31), εντοπίστηκαν δύο ακόμη αγροικίες καθώς και μια τρίτη με γεωργική εκμετάλλευση. Η πηγή που υπάρχει στα δυτικά, θα πρέπει να συντέλεσε στην επιλογή των συγκεκριμένων θέσεων. Παράλληλα, ένα εκκλησάκι είχε ανεγερθεί στα βορειοδυτικά των υπό εξέταση αγροικιών.
Αναφορικά με τις υπόλοιπες εκκλησίες που καταγράφηκαν στην περιοχή και ανήκουν στην υπό εξέταση περίοδο, ζητούμενο παραμένει σύμφωνα με τους ερευνητές, η ακριβής χρονολόγηση των αρχαιολογικών καταλοίπων που ανήκουν στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία(32), το οποίο εντοπίζεται βορείως των τεσσάρων γεωργικών εκμεταλλεύσεων, στην περιοχή Γελαδάρη. Άγνωστο είναι επίσης στην έρευνα, το όνομα του αγίου (ή της αγίας) στον οποίο είχε αφιερωθεί η εκκλησία πλησίον της τοποθεσίας Κληματόρεμα, όπου εντοπίστηκε ο οικισμός που αντιστοιχούσε σε χωριουδάκι της περιοχής. Τέλος, το εκκλησάκι του Αγ.Δημητρίου(33), το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιοχή Γελαδάρη Βουτιάνων, βορείως της θέσης που φέρει το όνομα Εκκλησίες Βουτιάνων, θεωρήθηκε λανθασμένα από την έρευνα ως ένα απλό κτίσμα, και όχι ως θρησκευτικό οίκημα(34).
Ελλιπή είναι τα διαθέσιμα στοιχεία που αφορούν στην περιοχή γύρω από το ρέμα του Μπραστού, αλλά και στη θέση που εντοπίστηκε στην έξοδο του εν λόγω ρέματος και που πολύ πιθανόν να αντιστοιχούσε σε χωριό.(35) Δυστυχώς, η αστάθεια και η διάβρωση του εδάφους στη συγκεκριμένη τοποθεσία δυσχεραίνουν την αρχαιολογική έρευνα και συνεπώς και την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων περί της συγκεκριμένης θέσης.
Μία αγροικία με γεωργική εκμετάλλευση μαρτυρείται για πρώτη φορά αυτή την περίοδο,  στο Λυκόβουνο Βουτιάνων,(36) ενώ άλλη μία γεωργική εκμετάλλευση καταγράφηκε από  τους ερευνητές, σε κοντινή απόσταση.

Εικόνα 3 Πετράλωνα και Αγ.Παντελεήμων
Η αγροικία στα Πετράλωνα Βουτιάνων(Εικόνα 3) η οποία ήταν ανεπτυγμένη κάτω από τον σημερινό κεντρικό δρόμο Σπάρτης-Τρίπολης, εξακολουθεί να υφίσταται και αυτήν την εποχή. Στο επάνω μέρος της κεντρικής οδικής αρτηρίας, είναι κτισμένο το εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα(37). Ο ναΐσκος βρίσκεται πλησίον μιας πηγής και στα βορειοανατολικά του, σε απόσταση 250 μέτρων, διακρίνεται μια λότζα. Σύμφωνα με την έρευνα της L.S., η προαναφερθείσα αγροικία συνδεόταν με το εκκλησάκι.(38) Η αξίωση αυτή όμως, δε μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα, καθώς η διάνοιξη του δρόμου Σπάρτης-Τρίπολης μεταξύ των δύο θέσεων είχε ως συνέπεια την απώλεια των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων..Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί πως σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες των ντόπιων κατοίκων(39), στην περιοχή όπου εκτεινόταν η αγροικία στα Πετράλωνα, υπήρχε σημαντική ποσότητα οικοδομικών υλικών, τα όποια μάλιστα, κατά τη δεκαετία του 1920, έγιναν αντικείμενο πώλησης από τους ιδιοκτήτες των γύρω χωραφιών. Αξιοπρόσεκτος είναι επίσης ο μεγάλος αριθμός από πέτρινες πεζούλες που μαρτυρούνται στο ίδιο μέρος.
Βάσει της L.S., μία ακόμη αγροικία εντοπίστηκε λίγο πιο πάνω, στα Βουρλιώτικα αμπέλια

Εικόνα 4 Δίρεμα Βουτιάνων

 Η αγροικία που κατά την προηγούμενη περίοδο εντοπίστηκε στην Αγραπιδιά Βουτιάνων,την εποχή αυτή,φαίνεται πως μεταφέρθηκε χαμηλότερα,σε ομαλότερο έδαφος.Συγκεκριμένα εντοπίστηκε με μέτριας πυκνότητας διασπορά ευρημάτων,στην περιοχή Δίρεμα Βουτιάνων (Εικόνα 4),στό σημείο όπου το Θεολογίτικο ρέμα συναντά το Ρέμα της Μοτσιάρας. Τέλος μιά επιπλέον αγροικία καταγράφηκε μια μικρή διασπορά ευρημάτων στη περιοχή Λαγκάδα(40), πιο κάτω από το Δίρεμα και απέναντι από την περιοχή Κούτσουρη.
Συμπερασματικά, με βάση τα προαναφερθέντα δεδομένα, την περίοδο δυναστείας των Κομνηνών (1057-1185) και των Αγγέλων (1185-1195), παρατηρείται στην υπό εξέταση περιοχή, μια σημαντική αύξηση του αριθμού των καταγεγραμμένων θέσεων, σε σχέση με τις αντίστοιχες θέσεις των προηγούμενων περιόδων. Η αύξηση αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στην οικονομική ανάκαμψη που γνώρισε η περιοχή της Λακωνικής κατά τον 11ο και 12ο αιώνα, και η οποία με τη σειρά της αποτελεί συνάρτηση της ανάπτυξης της βιοτεχνίας και του εμπορίου στη Λακεδαίμονα, καθώς και των μεταβολών του ιδιοκτησιακού καθεστώτος(41) και της εντατικοποίησης του εξαγωγικού χαρακτήρα της αγροτικής οικονομίας, στην ευρύτερη περιοχή. Αξίζει πάντως να επισημανθεί πως οι συνέπειες αυτής της οικονομικής άνθησης ήταν ευεργετικές για όλα τα κοινωνικά στρώματα, ώστε «και η πιο φτωχή κατοικία διέθετε τζάμια, αρτοσκευάσματα και τραπέζια».(42)
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1) Μεταξύ των ετών 1983 και 1989, μέλη της Βρετανικής Σχολής Αθηνών και των Πανεπιστημίων Amsterdam και Nottingham πραγματοποίησαν από κοινού μια εντατική επιφανειακή έρευνα, έκτασης 70 τετραγωνικών χιλιομέτρων, στην περιοχή αριστερά του Ευρώτα, η οποία περιλαμβάνει τις θέσεις από τον Παλαιογουλά της Σελλασίας έως και τα Χρύσαφα. Τα ευρήματα καλύπτουν χρονικά το διάστημα από την προϊστορική έως τη βυζαντινή εποχή. Τα πορίσματα των ερευνών δημοσιεύτηκαν σε δύο τόμους, το 1996 και το 2002, αντίστοιχα, βλ. σχετικά, W.Cavanagh-J.Crouwel-R.W.V.Catling-G.Shipley (επιμ.), Continuity and Change in a Ghange in a Greek Rural Landscape.The Lakonia Survey,vol.II: The Archaelogical Data, BSA Supplementary Volume 27, London 1996, (στο εξής: LS II) και W.Cavanagh-J.Crouwel-R.W.V.Catling-G.Shipley(επιμ.), Continuity and Change in a Ghange in a Greek Rural Landscape.The Lakonia Survey,vol.I:Methology and Interpetation, BSA Supplementary Volume 26, London 2002, (στο εξής : LS I). Για τη βυζαντινή περίοδο, βλ. Pamela Armstrong, «The Byzantine and Ottoman pottery», σελ.125-140 και Graham Shipley «Site catalogue of the survey», σελ.315-438 στο LS II και P.Armstrong, «The Survey Area in the Byzantine and Ottoman Periods», σελ.339-402 στο LS I.
2) Ο χαρακτηρισμός των καταγεγραμμένων θέσεων της LS, κατά την απαρίθμησή τους, ακολουθεί αυτόν της έρευνας, σύμφωνα με τους χάρτες των τριών υπό εξέταση περιόδων.
3) LS Ι, σελ.355-356, και  LS ΙΙ, σελ.370-371.
4) Η βασική οικιστική μονάδα της βυζαντινής υπαίθρου ήταν το χωριό (χωρίον). Ένα χωριό αποτελούνταν από επιμέρους υποστατικά (στάσεις), καλλιεργούμενες εκτάσεις (χωράφια, αμπελώνες), και κήπους. Τα παραπάνω βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από τον πυρήνα του χωριού και συνδέονταν μεταξύ τους και με το χωριό, μέσω δρόμων και μικρών μονοπατιών. Το χωρίον αποτελούσε οικιστική και φορολογική ενότητα, βλ. σχετικά LS Ι, σελ. 344.
5)Ισως στους αιώνες που προηγήθηκαν της εμφάνισης του χωριού της Κτητόρισσας, να λειτουργούσε στη περιοχή ένα μοναστικό συγκρότημα, βλ. σχετικά LS ΙΙ, Χάρτης, σελ.371, [Site K247 Chtoriza (G. Sanders)]  και Μ. Καππάς, «Ο ναός του Αγίου Νικολάου στο ρέμα του Σωφρόνη», Βυζαντινά Σύμμεικτα (2011), σελ.291.
6) LS Ι, σελ 355.
7) LS Ι, σελ.356, LS ΙΙ, σελ.399.
8) LS Ι, σελ.357, LS ΙΙ σελ. 428.
9) Τοποθεσίες από 0,01 έως 0,15 εκτάρια (εκτάριο=10.000 τμ) ταξινομούνται ως μικρά μεμονωμένα νοικοκυριά-αγροικίες (farmhouse), από 0,15 έως 0,30 εκτάρια ως μεγάλα αγροκτήματα (estate), από 0,30 έως 1 εκτάρια ως χωριουδάκια (hamlet), από 1 έως 3 εκτάρια ως χωριά (village) και τέλος από 3 εκτάρια και πάνω ως κωμοπόλεις, βλ. σχετικά LS Ι, σελ. 347.
10) LS Ι, σελ. 360 και Χάρτης σελ. 359, LS II, σελ. 370.
 11) LS ΙΙ, σελ. 351 και LS I, σελ. 360.
12) LS Ι, σελ. 360, LS II σελ. 359.
13) LS ΙΙ, σελ. 361 και LS I, σελ. 360.
14) LS I, σελ. 358 και 360 και Χάρτης σελ. 359, LS IΙ, σελ. 329.
15) Οι λότζες της υπό εξέταση περιοχής αποτελούν μακροσκελή πέτρινα κτίρια με κεραμίδια, δίπλα από τα οποία χτιζόταν συνήθως μια ξεχωριστή καλύβα, βλ. σχετικά Ι. Τζαννέτου, «Τοπωνυμικά», εφ. Οι Βουτιάνοι, Ιούνιος 1960, αρ.φ.49, σελ.3,4 και Ιούλιος 1960, αρ.φ.50, σελ.3-4 και Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1960, αρ.φ.51 σελ.3-4.
16) LS Ι, σελ.360 και Χάρτης σελ. 359, LS IΙ, σελ. 345.
17) LS Ι, σελ.348.
18) LS Ι, σελ. 341 και Χάρτης σελ. 354.
19) α) P. Armstrong - W.Cavanagh – G. Shipley, Crossing the river: Observations on routes and bridges in Lakonia from the Archaic to Byzantine periods, 1992, σελ.298-301 και σελ.304-305. β)Ηλίας Αναγνωστάκης, Μονεμβάσια-Λακεδαίμων. Για μια τυπολογία της αντιπαλότητας και για την αργία της Κυριακής στις πόλεις, Τ. Κιουσοπούλου (επιμ.), «Οι βυζαντινές πόλεις, 8ος-15ος  αιώνας. Προοπτικές της έρευνας και νέες προσεγγίσεις», Εκδόσεις Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης, Ρέθυμνο 2001, σελ.117 γ) LS Ι, σελ.358-363.
20). LS Ι, σελ. 364,401. Η παραγωγή ελαιολάδου επιβεβαιώνεται και από τον μεγάλο αριθμό αμφορέων Κομνήνειας περιόδου που βρέθηκαν στην περιοχή και χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση του είδους.
21) Στην περιοχή ανακαλύφθηκαν αρκετά βενετικά έγγραφα του 12ου αιώνα, τα οποία είναι ενδεικτικά των εμπορικών συναλλαγών των ντόπιων κατοίκων με την πόλη των δόγηδων, ενώ παράλληλα φανερώνουν τον έντονα εξαγωγικό χαρακτήρα της οικονομίας, με κύριο εξαγώγιμο προϊόν, το ελαιόλαδο, βλ. Μ. Κορδώση «Το εμπόριο στη Βυζαντινή Λακωνία (θ΄ αι.-1204)», στο Πρακτικά του Α΄ Συνεδρίου Λακωνικών Μελετών (Μολάοι 5-7 Ιουνίου 1982), (Πελοποννησιακά), παράρτημα 9, σελ.108. και Α. Manetti, «Βενετία και Πελοπόννησος» στο Πελοπόννησος. Χαρτογραφία και Ιστορία, 16ος - 18ος αιώνας, σελ.36 και P. Armstrong, «Merchants of Venice at Sparta in the 12th century», στο W.G. Cavanagh, C. Gallou και M. Georgiadis (επιμ.), Sparta and Laconia. From Prehistory to Pre-Modern, London, 2009, σελ. 313-321 και 313-317 και Α. Μέξια, «Ελαιοκομία στη Βυζαντινή Λακεδαίμονα. Πηγές και αρχαιολογικά τεκμήρια», Λακωνικαί Σπουδαί 18, (2006), σελ.211.
22) Α. Harvey, Οικονομική ανάπτυξη στο Βυζάντιο, 900-1200, ΜΙΕΤ, σελ.350-351 και Μ. Κορδώση, «Το εμπόριο στη Βυζαντινή Λακωνία (θ΄ αι.-1204)», σελ.107-112. Για τα προβλήματα σχετικά με τον Λέοντα Χαμάρετο, βλ. στο Αλ. Γ. Κ. Σαββίδης, Μεσαιωνική Πελοπόννησος, εκδ. Ηρόδοτος, σελ.468.
23) Αγγελική Λάιου, «Η ανάπτυξη της οικονομικής παρουσίας της Δύσεως στην ανατολική Μεσόγειο και Εγγύς Ανατολή», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ.21, Εκδοτική Αθηνών ΑΕ, σελ.70.
24)  Για την εκκλησία βλ. Shipley, Site Catalogue, 371, εικ. 24, 32, Καππάς, σελ. 114, 294 και 298 και Δρανδάκης, Χριστιανικαί επιγραφαί Λακωνικής, ΑΕ 1967, σελ.156.
25) LS I, σελ.378, 380,365,360,369,371,431,377,392,204,349,371 και LS II, σελ. 373,375,351,377,352.
26) Το σιγίλιο του 1366 απολύθηκε με σκοπό  την επικύρωση παλαιότερων προνομίων προς τη μονή Βροντοχίου, μεταξύ των οποίων ήταν και η κατοχή εκ μέρους του μοναστηριού, της μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, «περί τους Καψαλούς», ως μετόχι, Patrologia Graeca, τ. CLII [Τόμος 152: Mανουήλ Καλέκας, Ιωάννης Κυπαρισσιώτης, Ματθαίος Ασάνης, Καντακουζηνός. Συνοδικές και Πατριαρχικές αποφάσεις και διατάξεις των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως (1320-1372)], 1866, σελ. 1406-1409 (από διαδίκτυο).
27) LS I, σελ. 365.
28) LS IΙ, σελ.348.
29) LS Ι, σελ.367 και Χάρτης σελ. 362.
30)A. Jochmus, Journal of the Royal Geographical Society of London, Vol. 27, 1857, σελ.45.
31) LS I σελ.365 και LS II σελ.332.
32) LS I, σελ. 367,293 και LS II, σελ. 339.
33) Ι.Τζαννέτου, «Τοπωνυμικά» εφ. Οι Βουτιάνοι, Μάιος 1960, αρ.φ.48, σελ.3-4.
 34) LS II, σελ. 355.
35) LS II, σελ. 339.
36) LS II, σελ. 338.
37) LS Ι, σελ.358,367 και Χάρτης σελ. 362 και Ν. Δρανδάκης Αρχαιολογική Εφημερίς, 1969, (δεν εντοπίστηκε η σχετική αναφορά).
38) LS Ι, σελ. 367.
39) Ι. Τζαννέτος, Μ. Παπανικολάου.
40) LS II, σελ. 346.
41) Σύμφωνα με την Αγγελική Λάιου << η κύρια θεσμική αλλαγή κατά την περίοδο από τον δέκατο ως τον δωδέκατο αιώνα είναι η μετάβαση από την κοινότητα του χωριού που επικρατούσε νωρίτερα .στη μεγάλη ιδιοκτησία την οποία καλλιεργούν ενοικιαστές χωρικοί και η οποία σταδιακά επικράτησε στην ύπαιθρο >> Η Βυζαντινή οικονομία Angeliki E.Laiou εκδ.Παπαδήμα 2011 σελ149 και σύμφωνα το τον  Jacques Lefort, από τον 11ο αιώνα «ολόκληρα χωριά μετατρέπονται προοδευτικά σε μεγάλες ιδιοκτησίες, χωρίς, από ό,τι φαίνεται ,να χειροτερεύσει η οικονομική κατάσταση των κατοίκων, αφού την ίδια εποχή παρατηρείται αντίθετα ενδυνάμωση της αγροτικής κοινωνίας», J. Lefort, «Η αγροτική οικονομία (7-12ος αιώνας)», στο Α. Λαΐου (γεν. εποπτεία), Οικονομική ιστορία του Βυζαντίου από τον 7ο  έως τον 15ο αιώνα, τ. Α΄, ΜΙΕΤ, σελ. 390.
42) LS I, σελ. 366.

Ο άγνωστος δυναμισμός των χωριών του δυτικού Λακωνικού Πάρνωνα κατά τον 17ο αιώνα

χάρτης Μ.Μerian(1629) εικ.1

Την τελευταία δεκαετία, οι γνώσεις μας για την περίοδο της 1ης Οθωμανικής κυριαρχίας (1460-1688) σε αρκετές περιοχές της Πελοποννήσου έχουν εμπλουτισθεί με αφορμή την δημοσίευση πρωτότυπων ιστορικών πηγών από τα οθωμανικά αρχεία1. Συνολικά όμως για τον Πελοποννησιακό χώρο οι γνώσεις μας είναι λιγοστές και αποσπασματικές Σύμφωνα με τον Β. Παναγιωτόπουλο «…Οι γνώσεις μας για την δημογραφία και την οικονομία των ελληνικών τόπων και ιδιαίτερα της Πελοποννήσου από το 1520-30 έως το 1685 βρίσκονται σε εμβρυακή κατάσταση…»2 μια αναφορά που  παρά το πέρασμα τριάντα περίπου χρόνων παραμένει επίκαιρη.
Πηγή γνώσεων για τον Λακωνικό χώρο και ειδικά για την περιοχή μας, παραμένουν τα εκκλησιαστικά τεκμήρια3.Οι οικοδομικές και αγιογραφικές δραστηριότητες στις αρχές του 17ου αιώνα στις δύο μεγάλες μονές της περιοχής μας, τους Αγ.Σαράντα4  και τους Αγ.Αναργύρους5   με τη συνδρομή χορηγών, φανερώνουν έναν νέο δυναμισμό6..Παράλληλα σε πολλά χωριά της περιοχής μας(Βέροια, Τζίτζινα, Μ. Βρύση, Χρύσαφα ) πραγματοποιούνται αξιόλογες ανεγέρσεις και αγιογραφήσεις εκκλησιών . Αξίζει να προσθέσουμε ότι η μονή των Αγ. Σαράντα λόγω της προνομιακής φορολογικής μεταχείρισης της από τα τέλη του 16ου αιώνα7 αυξάνει την περιουσία της με προσαρτήσεις μικρότερων μονών καθώς και με δωρεές κτημάτων από πιστούς των γύρω χωριών.
Το μοναδικό τεκμήριο αυτής της περιόδου για το χωριό μας (Βουτιάνοι), είναι η αναφορά του Α. Μιχαλόπουλου στην ανακαίνιση του Αγίου Γεωργίου το 1640. Συγκεκριμένα αναφέρει « εκ τινός, επί μαρμάρου επιγραφής, μανθάνομεν  ότι το εξωκκλήσιον του Αγίου Γεωργίου ανακαινίσθη το 1640 παρά τινός Παπαδημητρίου …»8
Από την παραπάνω  έντονη-όπως τεκμαίρεται-δραστηριότητα, έχουμε την εικόνα ενός μάλλον πυκνού πληθυσμού, στενές σχέσεις των χωριών με τις μονές και τέλος μια προσπάθεια ελέγχου της διαχείρισης μεγάλων εκτάσεων από τις μονές που ίσως μπορεί να συσχετισθεί και με τη γενικότερη τάση για ισχυροποίηση του ρόλου της κεντρικής εξουσίας ιδιαίτερα στα τέλη του 16ου αιώνα.
Ωστόσο, οι παραπάνω έμμεσες πληροφορίες για την περιοχή μας και τα γενικά συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από μόνα τους δεν αρκούν προκειμένου να προσδιορίσουν ακριβώς τα δημογραφικά δεδομένα, τον όγκο των καλλιεργούμενων εκτάσεων ή τις επί μέρους καλλιέργειες9. Η πηγή που θα μας διαφώτιζε για την εποχή αυτή είναι τα οθωμανικά αρχεία που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, και τα πρωτότυπα φορολογικά κατάστιχα που συντάσσονταν κατά την οθωμανική περίοδο με σκοπό την συλλογή των φόρων.
Τα οθωμανικά κατάστιχα που αφορούν την περιοχή μας, είναι αδημοσίευτα και ακόμη δεν έχουν αναλυθεί με την απαραίτητη εξαντλητική αρχειακή μελέτη. Έχουν όμως συγκεντρωθεί τις τελευταίες δεκαετίες με επιμέλεια της κ. Ε. Μπαλτά. Σε μελέτη της του 200910 παρουσιάζει μέρος αυτών των στοιχείων, δίνοντας μας ενδιαφέρουσες πτυχές της τοπικής κοινωνίας και της οικονομίας στο τμήμα της νοτιοανατολικής Πελοποννήσου11 για την περίοδο  15ου με 18ο αιώνα.
Στον παρακάτω πίνακα Ι παρουσιάζεται ο φορολογητέος πληθυσμός της περιοχής με βάση τις οθωμανικές απογραφές από το 1540 έως και το 1645, σύμφωνα με την προαναφερθείσα μελέτη.


Πίνακας Ι Φορολογητέοs πληθυσμός των χωριών του δυτικού Λακωνικού Πάρνωνα. (Απόσπασμα από τον φορολογητέο πληθυσμό των χωριών της νοτιοανατολικής Πελοποννήσου την 1η περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας)
Χωριά
1540
1566
1583
1613-14
1645

Sultan Siileyman (1502-1566)

Sultan Selim II(1566-1574)



Murad III
(1574-1595)

Ahmed I
(1603-1617)

Ibrahim i
(1640-48)
Head tax
Register

Voutianoi



79
30
Ag.Ioannis Theologos



107
25
Potamia

30

33
25
Chrisorissa





Αrachova
109
132
301
301
55
Barbitsa



93

Vamvakou



129

Vasara




100
Veria
303

553
553

Vresthena



245
60
Vrysi-Megali



81
40
Tzitzina




170
Σύνολο
412
162
854
1621
505
Κωδικοί καταστίχων
TT367
TT560
TT603
TT715
MAD561
Πηγή : «Venetians and Ottomans in the southeast Peloponnese (15th-18th century)» Ε. Balta σελ 196-197.
        Στην συνέχεια στον πίνακα II παρουσιάζονται οι φόροι των χωριών της περιοχής μας για την περίοδο μεταξύ 1540 και 1613-14.
Πίνακας II: Οι φόροι των χωριών του δυτικού Λακωνικού Πάρνωνα. (Απόσπασμα από τους φόρους  των χωριών της νοτιοανατολικής Πελοποννήσου την 1η περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας)
Aspers

1540
1566
1583
1613-14
Χωριά
Sultan Siileymann
Sultan Selim
Murad III
Ahmed I
 Voutianoi



7.000
Ag.Ioannis Theologos



10.000
Potamia

2.695

5.000
Αrachova
11030
12701
21000
21000
Barbitsa



7.000
Vamvakou


8.000

Veria
16.524

23.000
23.000
Vresthena



21.000
Vrysi-Megali



6.000
Πηγή: «Venetians and Ottomans in the southeast Peloponnese (15th-18th century)» Ε. Balta σελ 196-197







Η θέση των ελαιοτριβείων που εντοπίστηκαν σε οθωμανικό αρχειακό υλικό (ΤΤ560,ΤΤ603) στην περιοχή μας. Υπαρξη ελαιοτριβείου κοντά στον   Αγ.Ιωάννη Θεολόγο τον 16ο αιώνα. Μουσείο  ελιάς και  λαδιού –Σπάρτη .
Κάποια πρώτα συμπεράσματα :

Τα χωριά
Στην απογραφή του 1613-14 εμφανίζονται όλα σχεδόν  τα χωριά της περιοχής μας που υπάρχουν και στην απογραφή του 1700. Στις προηγούμενες απογραφές εμφανίζονται δύο μεγάλα χωριά: Η Αράχωβα και τα Βέροια. Η Αράχωβα εμφανίζεται σε όλες τις απογραφές από το 1540 έως το 1645.Τα Βέροια με την παραδοχή ότι δεν υπάρχουν κάποιες ελλείψεις στις απογραφές, εμφανίζονται στην απογραφή του 1540 και κατόπιν στην απογραφή του 1583 και του 1613-14 ενώ δεν εμφανίζονται στην απογραφή του 1645.Τα Τζίτζινα παρότι αναφέρονται στο χρυσόβουλο του Ανδρόνικου B.Παλαιολόγου το 1314 δεν υπάρχουν σε όλες τις απογραφές από το 1540 έως το 1613-14. Απογράφονται για πρώτη φορά μόλις το 1645.Η Ποταμιά εμφανίζεται στην απογραφή του 1566 και  επανεμφανίζεται στην απογραφή του 1613-14. Η γειτονική Chrisorissa12 η οποία άκμασε την περίοδο των Κομνηνών13 εμφανίζεται στην απογραφή Grimani το 1700,όπου αναφέρονται 15 οικογένειες.
Τέλος, σε όλες τις απογραφές δεν υπάρχουν δύο γειτονικά μας χωριά. Ο Βουρλιάς και η Κονιδίτσα. Ο Βουρλιάς πιθανότητα ανήκε σε διαφορετική γεωγραφική ενότητα καθώς εμφανίζεται σε κατάστιχο τιμαρίων του 1461-6314 με δύο τιμαριώτες15.
Ο πραγματικός και ο φορολογητέος πληθυσμός
Σύμφωνα με το «Οθωμανικό» τρόπο υπολογισμού των οικογενειών, με βάση την φοροδοτική τους ικανότητα, ο πραγματικός πληθυσμός είναι πολύ μεγαλύτερος από τον φορολογητέο πληθυσμό. Έτσι ο φορολογητέος πληθυσμός του πίνακα Ι δεν αντιστοιχεί στον πραγματικό πληθυσμό. Όπως μας αναφέρει ο Σ.Ασδραχάς  «..οι οθωμανικές μετρήσεις δεν αφορούν το σύνολο του καταγραφόμενου πληθυσμού αλλά μόνο εκείνον που έχει φοροδοτική ικανότητα: ο γυναικείος πληθυσμός, με εξαίρεση τις φορολογούμενες χήρες, απουσιάζει και το ίδιο συμβαίνει με τις μικρές ηλικίες και ακόμη με όσα πρόσωπα, μολονότι ενήλικα, δεν έχουν φοροδοτική ικανότητα16..». Έτσι π.χ. για τα Veria με φορολογητέο πληθυσμό 553, ο πραγματικός πληθυσμός είναι πολύ μεγαλύτερος. Πρακτικά έχουν προταθεί διάφοροι συντελεστές πολλαπλασιασμού των ατόμων ανά οικογένεια οι οποίοι κυμαίνονται από 3,5-717.
Η δημογραφική δυναμική των αρχών του 17ου αιώνα
Από τον  πίνακα Ι είναι εμφανής η δημογραφική δυναμική της περιόδου από τα τέλη του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα .Παρατηρούμε ότι ο φορολογητέος πληθυσμός από την απογραφή του 1583 ως την απογραφή του 1613-14 διπλασιάζεται. Η εμφάνιση τεσσάρων νέων γειτονικών οικισμών (Barbitsa,Vamvakou,Vresthena,Vrysi-Megali), μπορεί να συνδέεται είτε με την μετακίνηση πληθυσμών από τα δύο «κεφαλοχώρια» της περιοχής μας, παρότι διατηρούν τον πληθυσμό τους, είτε λόγω της έλευσης νέων κατοίκων. Σίγουρο, όμως είναι ότι η πληθυσμιακή αυτή άνοδος συνοδεύτηκε από εντατικότερη εκμετάλλευση της γης και εξάπλωση των καλλιεργειών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου είναι η πληθυσμιακή μετακίνηση από τα Βέροια στον Βασσαρά το επόμενο διάστημα. Συγκεκριμένα στην απογραφή του 1645 τα Βέροια εξαφανίζονται, ενώ εμφανίζεται για πρώτη φορά ο διπλανός  Βασσαράς. Ακολούθως  στην απογραφή του 1700 οι δύο οικισμοί απογράφονται και εμφανίζονται ως ενιαία οντότητα ως «Vergia e Basarades18».
 Τέλος η εμφάνιση δύο ακόμη οικισμών (Voutianoi,Ag.Ioannis Theologos) το 1613/14 κοντά στην <<Χτωροποταμιάν>>19 ίσως να επιβεβαιώνει την σχετική παράδοση για κάποια  μετακίνηση πληθυσμού20. Ενδιαφέρουσα είναι και η αναφορά του Φ.Κουκουλέ ότι οι κάτοικοι της Βαμβακούς προέρχονται από την Ποταμιά. Συγκεκριμένα αναφέρει<<άλλη παράδοσις, καθ ήν γενομένης ποτέ δεινής ασθενείας έν Ποταμιά, οι άνθρωποι ίνα σωθώσι κατέφυγον εις τα όρη και έλθόντες είς Βαμβακούν έκτισαν ταύτην..>>21
Η  απογραφή του 1645
Η απογραφή του 164522 διαφέρει από τις προηγούμενες απογραφές. Πρόκειται για απογραφή εστιών κεφαλικού φόρου υποτελών. Στην σημαντική αυτή απογραφή καταγράφονται τα ονόματα εκείνων των υπόχρεων που καταβάλουν φόρο.Eπιπλέον μας παρέχει την δυνατότητα σύγκρισης με την απογραφή Grimani του 1700.
Οι αλλαγές στη φορολογική πολιτική
Στον πίνακα ΙΙ παρατηρούμε μια αύξηση της φορολογίας μεταξύ της απογραφής του Selim II το 1566 και του Murad III το 1583. Αυτό πιθανώς να οφείλεται πέρα από την αύξηση των εισοδημάτων και σε διαφορετική φορολογική πολιτική23 της κεντρικής εξουσίας.
Συμπερασματικά οι δυο παραπάνω πίνακες επιβεβαιώνουν τη δημογραφική και οικονομική δυναμική του 17ου αιώνα στην περιοχή μας. Ας ελπίσουμε ότι το αρχειακό υλικό θα τύχει μεγαλύτερης προσοχής και επεξεργασίας, ώστε να αποδοθεί η πραγματική εικόνα για τον τόπο μας και να απαντηθούν αρκετά ερωτήματα σχετικά με αυτήν την περίοδο.
Παραπομπές:


(1)Ενδεικτικά αναφέρουμε α) το άρθρο του L.Kayapinar  Δημογραφική σύνθεση του Λεονταρίου με βάση τα Οθωμανικά αρχεια και β)την αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή του Γ.Λιακόπουλου από το 2009 με τίτλο Α Study of the Early Ottoman Peloponnese in the Light of an Annotated editio princ eps of the TT10-1/14662 Ottoman Taxation Cadastre (1460-1463)κτλ
(2)Β.Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί  της Πελοποννήσου 13ος -18ος αιώνας.Ιστορικό αρχείο Εμπορική τράπεζα της Ελλάδος,Αθήνα 1985 σελ.124.
(3) Από την πλούσια βιβλιογραφία αναφέρουμε: Σακελλαρόπουλος Μελέτιος, Μονή Αγίων Τεσσαράκοντα εν Λακεδαίνονι, Εν Αθήναις, 1921, Γριτσόπουλος Τ. «To μοναστήριον των Αγίων Αναργύρων της Λακωνίας» Λακωνικαί σπουδαί τ.6ος 1982 σελ.456-518, Γριτσόπουλου Τ. «Παρατηρήσεις από την μελέτη της διακοσμήσεως της Μονής των Αγ.Αναργύρων» Λακωνικαί Σπουδαί τ.4ος 1979 σελ.186-192.
(4) Η σημερινή μονή των Αγ.Σαράντα που αποτελούσε μετόχι της παλιάς μονής ανεγέρθηκε το 1615 και η αγιογράφηση της τέλειωσε το 1620.
 (5) Η μονή των Αγίων Αναργύρων  ανασυγκροτείται στις αρχές του 17ου αιώνα  και αγιογραφείται το 1621, με χορηγό τον Σταμάτη Γρατά από την Χτόρισσα . Στο τέλος του αιώνα η μονή ερημώθηκε μετά από επιδρομές αλλά αργότερα αποκαταστάθηκε από τρεις  μοναχούς από τα Τζίτζινα και από τον άρχοντα της Μεγάλης Βρύσης Ζαχαρία Μακρή.  
 (6) Η προηγούμενη δυναμική προέρχεται από τον 13ο 14ο αιώνα .βλέπε: Μ. Καππάς, Ο ναός του Αγίου Νικολάου στο ρέμα του Σοφρώνη Λακωνίας, Βυζαντινά σύμμεικτα 21 (2011) σελ.255-377.
(7) H μονή των Αγ. Σαράντα από το τέλος του 16ου αιώνα ήταν σταυροπηγιακή.
(8) Α. Μιχαλόπουλος, Γενική ιστορία των Βουτιάνων, 1906, σελ.38.
 (9)Στά εκκλησιαστικά έγγραφα της μονής των Αγίων Σαράντα των ετών 1588,1589 και 1648 δίνεται μια περιορισμένη εικόνα για τα είδη των καλλιεργειών της γύρω περιοχής.
(10)E.Balta <th - 18 th Century).Halil Inalcik Armağani- I >>Tarih Anaştirmalari Ankara Doğu  Bati2009 σελ.168-204 
(11)Στον συνολικό πίνακα τα χωριά της περιοχής μας, της Τσακωνιάς, της Κυνουρίας καθώς και της Μονεμβάσιας, καταγράφονται για πρώτη φορά κατά τη βασιλεία του Siileyman του Μεγαλοπρεπή. Ίσως αυτό να σημαίνει ότι η περιοχή της νοτιοανατολικής Πελοποννήσου περιήλθε στους Οθωμανούς το 1540 με την κατάληψη της Μονεμβάσιας.
(12)Η γνωστή στους ντόπιους Χτόριζα (Chtóriza) στην απογραφή Grimani αναφέρεται ως Chisorissa (Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί.. ,σελ. 282) ενώ σε μοναστικά έγγραφα της Οθωμανικής εποχής,ως Κτητόρισα ( 1614) ή Χητόρισα (1680).P.Armsrong. TheLakoniasurvey(2002), σελ.355
(13) P.Armsrong. Continuity and Change in a greek rural landscape  THE LAKONIA SURVEY  Lakonia survey (2002), London-British school at Athens 2002 σελ 392.
(14) To πρώτο οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο της Πελοποννήσου, ΤΤ10-1/14662 του 1460-63, σώζεται αποσπασματικά και, πιθανολογείται ότι γι΄αυτό, περιλαμβάνει ελάχιστους οικισμούς από τη Λακωνία. Από εσωτερικές παραπομπές, ωστόσο, τεκμαίρεται ότι στο χαμένο τμήμα του θα απέγραφε επιπροσθέτως τουλάχιστον την επαρχία Μυστρά.
(15) Β. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί  της Πελοποννήσου 13ος -18ος αιώνας σελ.219 και χάρτης 5, σελ.87.
(16)Σ.Ασδραχάς Ελληνική οικονομική ιστορία ΙΕ-ΙΘ Αιώνας .Εκπολοτιστικό Ιδρυμα Ομίλου Πειραιώς τ.1ος  Αθήνα  2003 σελ.119.
(17)B.McGowan, Archivum Ottoman icum 1(1969)157-163
(18) Β. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί  της Πελοποννήσου 13ος -18ος αιώνας σελ.283.
(19) Α. Μιχαλόπουλος, Γενική ιστορία των Βουτιάνων, 1906, σελ.3.
(20) Α. Μιχαλόπουλος, Γενική ιστορία των Βουτιάνων, 1906, σελ.3.
(21) Φ.Κουκουλέ <,Ιστορία  Βαμβακούς>> Εν Αθήναις του τυπογραφείου Π.Α.Πετράκου 1907 σελ.14
(22) E.Balta «Settlements and Population in the Morea in 1645» Osmanli Arastirmalari/Journal of Ottoman Studies XXIV(2004),53-63.
(23) E.Balta <> σελ.179
Παραπομπές εικόνων :(Εικ.1)Στον χάρτη του Μ.Μerian το 1629 στην περιοχή μας εμφανίζονται για πρώτη φορά  τα Veria  καθώς και δύο  ακόμη χωριά, Goir και Perila .Ο χάρτης δημοσιεύτηκε στο Λακωνικόν ημερολόγιον 2014 εκ.Ιδιομορφή σε επιμέλεια του Α.Τάντουλου  σελ.84.